Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2015

Γλωσσικά ατοπήματα 3



                                                                                                Παπατσίρος Απόστολος
Γλωσσικά ατοπήματα 3                                                                  φιλόλογος         

Ιθαγένεια ή υπηκοότητα; Πότε λέμε πραγματεύομαι και πότε διαπραγματεύομαι; Ενσκήπτω ή εγκύπτω; Συστήθηκε ή συστάθηκε;

    Τώρα που επανήλθε το θέμα της ιθαγένειας για πολλούς από τους μετανάστες που ζουν στην Ελλάδα, με την ψήφιση σχετικού νόμου (Ιούνιος 2015), καλό είναι για λόγους γλωσσικής ορθότητας, αλλά και νομικής τάξης να υπενθυμίσουμε τα ακόλουθα. Ο όρος ιθαγένεια δεν είναι ταυτόσημος ούτε καν συνώνυμος με την υπηκοότητα*. Ιθαγενής είναι αυτός που προέρχεται απευθείας από το γένος, που ανήκει εκ φύσεως στον λαό και τον τόπο που γεννήθηκε. Η λέξη ιθαγένεια προέρχεται από το ιθύς (αυτός που βαίνει ευθύς ή ο γνήσιος) και το γένος δηλαδή την καταγωγή από ένα σύνολο ανθρώπων εθνικό, που έχει κοινά χαρακτηριστικά (γλώσσα, θρησκεία, ιστορική συνείδηση και ταυτότητα). Η ιθαγένεια είναι μια και εκ φύσεως για κάθε γηγενή ή (ε)ντόπιο ή ημεδαπό ή αυτόχθονα. Κάθε φυλή είναι ιθαγενής στον τόπο της πχ. οι Παπούα χαρακτηρίζονται ως οι ιθαγενείς της Νέας Γουινέας και οι Αβορίγινες είναι οι ιθαγενείς φυλές της Αυστραλίας. Κανείς άλλος επομένως δεν μπορεί να θεωρηθεί ιθαγενής ή ότι απέκτησε ιθαγένεια παρά μόνο αυτός που έχει εντοπιότητα δηλαδή φυσική καταγωγή ή αυτοχθονία.

    Υπήκοος αντίθετα είναι αυτός που απολαμβάνει πολιτική και νομική προστασία ως πολίτης μιας χώρας. Η λέξη υπήκοος προέρχεται από το υπάκουος (υπακούω) και ως όρος παραπέμπει στην εποχή της φεουδαρχίας του μεσαιωνικού κόσμου της Δύσης και του Βυζαντίου. Ο όρος δήλωνε την υπακοή δηλαδή την υποταγή στον ηγεμόνα και έτσι φανέρωνε την ανελευθερία του προστατευόμενου -κατ’ ουσίαν δούλου ή δουλοπάροικου- έναντι της αυτοκρατορικής ή βασιλικής εξουσίας. Κατά συνέπεια η ιδιότητα του υπηκόου, η υπηκοότητα ήταν μια μορφή παραχωρημένης προστασίας στον πολίτη από το κράτος και έτσι πέρασε στη νεότερη ιστορία του κοινωνικού κράτους μετά τον Διαφωτισμό. Η πρώτη νομική κατοχύρωση ωστόσο της επέκτασης του δικαιώματος του πολίτη -κατ’ ουσίαν υπηκόου- σε αλλογενείς και αλλοεθνείς πληθυσμούς βρίσκεται στην αρχαία Ρώμη και το περίφημο διάταγμα του Καρακάλλα, το 212 μ.Χ (Constitutio Antoniniana). Στον σύγχρονο κόσμο η υπηκοότητα είναι νομικός όρος και αφορά την ιδιότητα του πολίτη που έχει πολιτογραφηθεί σε άλλη χώρα από αυτή που γεννήθηκε ή κατάγονται οι πρόγονοί του. Η υπηκοότητα δηλαδή είναι ένα παραχωρημένο προνόμιο από την πολιτεία και απορρέει από τον τόπο ή τη χώρα διαβίωσης κάποιου και δεν έχει καμία σχέση με το γένος ή τη φυλή όπως η ιθαγένεια.  Ο ιθαγενής είναι και υπήκοος της χώρας του, αλλά κάθε υπήκοος δηλαδή έπηλυς, δεν είναι και ιθαγενής. Τα παιδιά των Ελλήνων μεταναστών που έχουν γεννηθεί στη Γερμανία δε φέρουν τη γερμανική ιθαγένεια ως γηγενείς, αλλά τη γερμανική υπηκοότητα, που είναι καθαρά πολιτική πράξη αναγνώρισης των δικαιωμάτων τους σε αντιστοιχία με τους ίδιους τους Γερμανούς. Υπηκοότητες εξάλλου μπορεί να έχει πολλές κάποιος και για διαφορετικούς λόγους, ιθαγένεια όμως μια. Η υπηκοότητα δεν αναιρεί τη φυλετική καταγωγή ή την εθνική συνείδηση κάποιου γιατί και οι ομογενείς μας στην Αμερική είναι αμερικανοί πολίτες λόγω υπηκοότητας, νιώθουν όμως περισσότερο Έλληνες από μας. Την πατρίδα τους τη νοσταλγούν περισσότερο αυτοί που τη στερούνται.

     Το λάθος που γίνεται επομένως στη χρήση των όρων ιθαγένεια και υπηκοότητα δεν πρέπει να περνά απαρατήρητο. Πίσω από την «αθώα» νομολογία που εξισώνει την ιθαγένεια με την υπηκοότητα -χωρίς πολλή περίσκεψη- δεν κρύβεται η άγνοια της γλώσσας ή η σύγχυση όρων από τους νομικούς επιστήμονες. Αδυνατούμε να πιστέψουμε κάτι τέτοιο για έγκριτους νομικούς. Κρύβονται οι πολιτικές προθέσεις των εντολέων τους, υπουργών και πρωθυπουργών, για αλλότριους μικροκομματικούς σκοπούς, καθώς βλέπουν τους μετανάστες ως εκλογική πελατεία, γιατί μέσα στα παραχωρούμενα προνόμια ήταν (και είναι) και αυτό του δικαιώματος ψήφου.

   Δε διαφωνούμε με την παραχώρηση του δικαιώματος του πολίτη δηλαδή της πολιτικής υπηκοότητας σε νόμιμους μετανάστες και τα παιδιά τους εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις του νόμου (χρόνια παραμονής, γέννηση στην Ελλάδα και ολοκλήρωση της φοίτησης σε ελληνικά σχολεία) αλλά με τον προσδιορισμό αυτού του δικαιώματος ως ιθαγένεια, όπως συμβαίνει και στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, που αποδίδουν στους μετανάστες υπηκοότητα. Σίγουρα λόγοι ανθρωπιστικοί, δημογραφικοί και νομικοί επιβάλλουν αυτή την παραχώρηση, όμως και λόγοι εθνικοί, ιστορικοί, πολιτιστικοί και ιδιαίτερα γλωσσικοί μας υποχρεώνουν να μη θεωρούμε αυτή την παραχώρηση προνομίων ως ιθαγένεια αλλά ως υπηκοότητα. Το ερώτημα πάντως που τίθεται εύλογα είναι αν οι βουλευτές που ψηφίζουν ανεπιφύλακτα ναι στην παραχώρηση ιθαγένειας σε ξένους, κατανοούν τη νοηματική διαφορά της από την υπηκοότητα και γνωρίζουν την ιστορία των λέξεων ή και την ιστορία γενικότερα. Εδώ δε διάβαζαν και δεν ήξεραν τα μνημόνια που ψήφιζαν, με την ιθαγένεια θα ασχοληθούνε τώρα;

   Και ας έρθουμε σε πιο απλά κι εθνικά ανώδυνα λάθη. Με νωπή την εμπειρία των πανελλαδικών και τα γνωστά λάθη στα γραπτά των μαθητών, ιδίως στη Νεοελληνική Γλώσσα, εκείνο που μου προκαλεί περισσότερη εντύπωση είναι ο σχολιασμός των θεμάτων από τις διάφορες επιστημονικές ενώσεις καθηγητών. Μας λένε λοιπόν, ότι το τρίωρο δεν επαρκούσε για να διαπραγματευτούν (sic) οι μαθητές τα θέματα, λες και είχαν τίποτε συνομιλίες ή θα κανόνιζαν τους όρους της διαπραγμάτευσης. Έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε και να διορθώνουμε αυτό το λάθος σε πολλούς μαθητές στην εισαγωγή της περίληψης, πχ «ο συγγραφέας εδώ διαπραγματεύεται…», αντί του ορθού πραγματεύεται και δεν μας κάνει εντύπωση, αλλά το να γίνεται από επιστημονικές ενώσεις καθηγητών προκαλεί. Το σωστό ρήμα βέβαια και στις δύο περιπτώσεις είναι το πραγματεύομαι, που σημαίνει ασχολούμαι με το θέμα, εξετάζω σε βάθος, αναλύω, γράφω πραγματεία δηλαδή εκτενές κείμενο. Πού κολλάει εδώ το διαπραγματεύομαι, δηλαδή έρχομαι σε συνεννόηση, διεξάγω συζητήσεις για τους όρους της συμφωνίας, τον διακανονισμό κλπ; Πουθενά! Θα μου πείτε, εδώ και πρώην πρωθυπουργός μας έλεγε ότι ¨τα δικαιώματά μας δεν διαπραγματεύονται¨(sic) (αντί του ορθού δε γίνονται αντικείμενο διαπραγμάτευσης ή ότι είναι αδιαπραγμάτευτα), στα παιδιά θα κολλήσουμε τώρα; Ότι ακούνε, γράφουν... Το πιο ακραίο πάντως είναι να βλέπεις μαθητές να γράφουν και ¨ο κειμενογράφος¨ αντί του ορθού συγγραφέας στην εισαγωγή της περίληψης δηλαδή «με το καλημέρα» και οι δύο πρώτες λέξεις εντελώς λάθος…(Για τον κειμενογράφο ιδέ  «Γλωσσικά ατοπήματα 2»). 

   Ένα άλλο λάθος που ακούμε συχνά και το βλέπουμε σε γραπτά είναι το ρήμα ενσκήπτω. ¨Πρέπει να ενσκήψουμε στο πρόβλημα¨ μας λένε εννοώντας βέβαια να σκύψουμε πάνω του, να ασχοληθούμε σοβαρά με τις αιτίες του για να βρούμε και τις λύσεις του. Το ρήμα ενσκήπτω όμως σημαίνει πέφτω με δύναμη ή μανία καταστροφική και συνοδεύει ουσιαστικά όπως ή θύελλα, η καταιγίδα, ο λοιμός (επιδημία) κοκ. Το αντίστοιχο αρχαίο ρήμα που θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε είναι το εγκύπτω, εκ του κύπτω, που σημαίνει σκύβω. Το σωστό επομένως θα ήταν ότι «πρέπει να εγκύψουμε στο πρόβλημα» λοιπόν...Γιατί δε χρησιμοποιούν το καταπιάνομαι ή το καταγίνομαι που λογικά τα γνωρίζουν;

    Και για το τέλος άφησα τη νοηματική σύγχυση που υπάρχει στη χρήση των όρων συστήθηκε και συστάθηκε, που είναι παθητικοί αόριστοι του ίδιου ρήματος αλλά με διαφορετική σημασία. Το ρήμα συστήνω έχει τρεις σημασίες: 1. παρουσιάζω, γνωρίζω ένα πρόσωπο σε κάποιον. 2. συνιστώ δηλαδή προτείνω κάτι και 3. ιδρύω. Συστήθηκε θα πούμε για κάποιον που είπε ο ίδιος το όνομά του ή την ιδιότητά του σε άλλους και στην περίπτωση που προτάθηκε κάτι από κάποιον δηλαδή συνεστήθη πχ. ξεκούραση, φαρμακευτική αγωγή κλπ. Συστάθηκε όμως θα πούμε στην περίπτωση που ιδρύθηκε, συγκροτήθηκε  μια εταιρία, μια επιτροπή, ένας οργανισμός που έχει και έδρα. Τόσο απλά.



-------------
* Είναι χαρακτηριστικό ότι σε κανένα από τα πιο έγκυρα Λεξικά της Νεοελληνικής Γλώσσας (Ανδριώτη, Δημητράκου, Εμμανουήλ Κριαρά, Τεγόπουλου–Φυτράκη, Καμπανά, Υπερλεξικό κα.) δε δίνεται ως συνώνυμο της ιθαγένειας η υπηκοότητα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου